born
Pronunciation
/bɔrn/

Ορισμός και σημασία του "born"στα αγγλικά

01

γεννημένος, γεννημένη

brought to this world through birth
born definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The newly born foal took its first wobbly steps, eager to explore its surroundings.
Το νεογέννητο πουλάρι έκανε τα πρώτα του βήματα, ανυπόμονο να εξερευνήσει το περιβάλλον του.
02

γεννημένος, έμφυτος

being talented through inherited qualities
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store