Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
born
01
γεννημένος, γεννημένη
brought to this world through birth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The newly born foal took its first wobbly steps, eager to explore its surroundings.
Το νεογέννητο πουλάρι έκανε τα πρώτα του βήματα, ανυπόμονο να εξερευνήσει το περιβάλλον του.
02
γεννημένος, έμφυτος
being talented through inherited qualities
Λεξικό Δέντρο
inborn
reborn
unborn
born



























