Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
born
01
γεννημένος, γεννημένη
brought to this world through birth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Sarah was born on a warm summer morning, bringing joy and happiness to her family.
Η Σάρα γεννήθηκε ένα ζεστό καλοκαιρινό πρωί, φέρνοντας χαρά και ευτυχία στην οικογένειά της.
02
γεννημένος, έμφυτος
being talented through inherited qualities
Λεξικό Δέντρο
inborn
reborn
unborn
born



























