car key
car
kɑ:
kaa
key
ki:
ki

Ορισμός και σημασία του "car key"στα αγγλικά

01

κλειδί αυτοκινήτου, κλειδί ανάφλεξης

a small handheld device used to unlock and start the engine of a car 
car key definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
car keys
Παραδείγματα
I forgot my car key at home, so I had to call a friend for a ride. 

Ξέχασα το κλειδί του αυτοκινήτου μου στο σπίτι, έτσι έπρεπε να καλέσω έναν φίλο να με πάρει.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store