car key
Pronunciation
/kˈɑːɹ kˈiː/

Ορισμός και σημασία του "car key"στα αγγλικά

01

κλειδί αυτοκινήτου, κλειδί ανάφλεξης

a small handheld device used to unlock and start the engine of a car
car key definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
car keys
Παραδείγματα
I always leave my car key in the same spot to avoid losing it.
Αφήνω πάντα το κλειδί του αυτοκινήτου μου στο ίδιο σημείο για να αποφύγω να το χάσω.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store