runny nose
ru
ˈrʌ
ra
nny
ni
ni
nose
nəʊz
newz

Ορισμός και σημασία του "runny nose"στα αγγλικά

01

συρροή μύτης, ρινόρροια

a condition in which the nose produces an excessive amount of fluid or mucus, often as a result of a cold or allergy 
runny nose definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
runny noses
Παραδείγματα
She stayed home because of her runny nose and sore throat. 

Παρέμεινε στο σπίτι λόγω της ρινορροής και του πόνου στο λαιμό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store