Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Kaiseki
01
kaiseki, ένα παραδοσιακό ιαπωνικό γεύμα πολλαπλών πιάτων που παρουσιάζει εποχικά και περιφερειακά συστατικά
a traditional Japanese multi-course meal that showcases seasonal and regional ingredients
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
kaiseki



























