miso soup
mi
ˈmi:
μι
so
səʊ
σεου
soup
su:p
σουπ

Ορισμός και σημασία του "miso soup"στα αγγλικά

01

σούπα miso, ζωμός miso

a traditional Japanese soup made with fermented soybean paste (miso) as the base 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
miso soups

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store