kachori
ka
κα
cho
ˈʧɔ:
τσο
ri
ri
ρι
kachauri
kachodi
katchuri

Ορισμός και σημασία του "kachori"στα αγγλικά

01

kachori, ένα τηγανητό αλμυρό γλύκισμα γεμιστό με καρυκευμένα φακές

a deep-fried, savory pastry filled with spiced lentil, pea, or potato filling, often served with chutney or yogurt 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
kachoris

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store