Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Kachori
01
kachori, ένα τηγανητό αλμυρό γλύκισμα γεμιστό με καρυκευμένα φακές
a deep-fried, savory pastry filled with spiced lentil, pea, or potato filling, often served with chutney or yogurt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
kachoris
LanGeek



























