Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Earbuds
01
ακουστικά, ωτασπίδες
a very small device that we put on the opening outside of our ear canals to listen to music or sounds without others listening
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
earbuds
Παραδείγματα
She plugged in her earbuds to listen to music on the train.
Έβαλε τα ακουστικά της για να ακούσει μουσική στο τρένο.



























