Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bore
01
προκαλώ βαρεμάρα, κουράζω
to do something that causes a person become uninterested, tired, or impatient
Transitive: to bore sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bore
γ΄ ενικό πρόσωπο
bores
ενεστώτα μετοχή
boring
απλός αόριστος
bored
παθητική μετοχή
bored
Παραδείγματα
The long lecture bored the students.
Η μεγάλη διάλεξη βαρεθεί τους μαθητές.
02
τρυπώ, διατρυπώ
to create a hole, typically with a pointed tool
Transitive: to bore a hole somewhere
Παραδείγματα
The construction worker bored holes in the concrete for anchor placement.
Ο εργάτης κατασκευής τρύπησε τρύπες στο σκυρόδεμα για την τοποθέτηση αγκυρών.
Bore
01
τρύπα, γεωτρύπανο
a hole or passage made by a drill; usually made for exploratory purposes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bores
02
διαμέτρημα, εσωτερική διάμετρος
diameter of a tube or gun barrel
03
παλιρροϊκό κύμα, μπόρα
a high wave (often dangerous) caused by tidal flow (as by colliding tidal currents or in a narrow estuary)
04
βαρετός, πληκτικός
a person who evokes boredom
Λεξικό Δέντρο
bored
borer
boring
bore



























