Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bore
01
προκαλώ βαρεμάρα, κουράζω
to do something that causes a person become uninterested, tired, or impatient
Transitive: to bore sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bore
γ΄ ενικό πρόσωπο
bores
ενεστώτα μετοχή
boring
απλός αόριστος
bored
παθητική μετοχή
bored
Παραδείγματα
She has bored herself by staying indoors all day.
Έχει βαρεθεί μένοντας μέσα όλη την ημέρα.
02
τρυπώ, διατρυπώ
to create a hole, typically with a pointed tool
Transitive: to bore a hole somewhere
Παραδείγματα
To install a doorknob, he bored a hole in the door with a drill.
Για να εγκαταστήσει μια πόμολα, τρύπησε μια τρύπα στην πόρτα με ένα τρυπάνι.
Bore
01
τρύπα, γεωτρύπανο
a hole or passage made by a drill; usually made for exploratory purposes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bores
02
διαμέτρημα, εσωτερική διάμετρος
diameter of a tube or gun barrel
03
παλιρροϊκό κύμα, μπόρα
a high wave (often dangerous) caused by tidal flow (as by colliding tidal currents or in a narrow estuary)
04
βαρετός, πληκτικός
a person who evokes boredom
Λεξικό Δέντρο
bored
borer
boring
bore



























