square prism
square
skwɛə
skveē
pri
prɪ
pri
sm
zəm
zēm

Ορισμός και σημασία του "square prism"στα αγγλικά

01

τετραγωνικό πρίσμα, πρίσμα με τετραγωνική βάση

a type of uniform prism that has square bases and rectangular faces that connect the bases 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
square prisms
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store