Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hexagonal prism
01
εξαγωνικό πρίσμα, πρίσμα με εξαγωνική βάση
a type of uniform prism that has hexagonal bases and rectangular faces that connect the bases
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hexagonal prisms
LanGeek



























