polish boy
po
ˈpəʊ
pew
lish
lɪʃ
lish
boy
bɔɪ
boy

Ορισμός και σημασία του "polish boy"στα αγγλικά

01

πολωνό αγόρι, πολωνικό σάντουιτς

a type of sandwich typically made with a Polish sausage or kielbasa, topped with coleslaw, French fries, and barbecue sauce 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Polish boys
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store