Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to man up
[phrase form: man]
01
δείχνω θάρρος, είμαι γενναίος
to show courage and strength in a difficult situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
man
ενεστώτας
man up
γ΄ ενικό πρόσωπο
mans up
ενεστώτα μετοχή
manning up
απλός αόριστος
manned up
παθητική μετοχή
manned up
Παραδείγματα
I know this is tough, but you have to man up and get through it.
Ξέρω ότι είναι δύσκολο, αλλά πρέπει να δείξεις θάρρος και να το ξεπεράσεις.



























