Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Garden salad
01
πράσινη σαλάτα, σαλάτα κήπου
a type of salad made with a variety of fresh vegetables
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
garden salads



























