golden yellow
gol
ˈgəʊl
gewl
den
dən
dēn
ye
ye
llow
ləʊ
lew

Ορισμός και σημασία του "golden yellow"στα αγγλικά

golden yellow
01

χρυσοκίτρινο, κίτρινο χρυσό

of a vibrant and warm hue that resembles the color of pure gold 
golden yellow definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most golden yellow
συγκριτικός βαθμός
more golden yellow
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The sunset bathed the sky in a breathtaking golden yellow glow. 

Το ηλιοβασίλεμα έλουσε τον ουρανό σε μια εντυπωσιακή χρυσοκίτρινη λάμψη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store