Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
antique white
01
αρχαιοελληνικό λευκό, παλιό λευκό
of a soft off-white color with a warm undertone, resembling the aged or weathered look of antique furniture
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most antique white
συγκριτικός βαθμός
more antique white
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She chose an elegant antique white gown for the formal event.
Επέλεξε ένα κομψό φόρεμα ανοιχτό λευκό για την επίσημη εκδήλωση.



























