coconut soup
co
ˈkəʊ
kew
co
kəʊ
kew
nut
nʌt
nat
soup
sup
soop

Ορισμός και σημασία του "coconut soup"στα αγγλικά

01

σούπα με γάλα καρύδας, σούπα καρύδας

a flavorful soup made with coconut milk as a key ingredient 
coconut soup definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
coconut soups
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store