Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sorrel soup
01
σούπα από οξαλίδα, κρέμα οξαλίδας
a traditional soup made from the leaves of the sorrel plant, typically cooked with potatoes, onions, and sometimes cream, and served hot or cold
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sorrel soups



























