Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
contactless
01
απύθηκος
(of interactions or payments) done without physical touch, often using wireless technology
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
technology, payment, interaction
Παραδείγματα
She paid for her coffee using a contactless card.
Πλήρωσε τον καφέ της με μια ασύρματη κάρτα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
contactless
contact



























