fried pie
fried
fraɪd
φραιντ
pie
paɪ
παι
/fɹaɪd paɪ/
Fry pie

Ορισμός και σημασία του "fried pie"στα αγγλικά

01

τηγανητή πίτα, τηγανητό γλυκάκι

a hand-sized pastry that consists of a sweet or savory filling encased in a folded or sealed dough
fried pie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fried pies
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store