e-pal
e
i:
i
pal
pæl
pāl

Ορισμός και σημασία του "e-pal"στα αγγλικά

01

φίλος διαδικτυακά, ηλεκτρονικός αλληλογράφος

an online friend or correspondent with whom one communicates primarily through electronic means, such as email or online messaging 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
e-pals
Παραδείγματα
She met her e-pal in a gaming forum and they’ve been chatting ever since. 

Γνώρισε τον e-pal της σε ένα forum παιχνιδιών και μιλούν από τότε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store