Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
antique brass
01
αρχαία ορείχαλκος, παλιωμένη ορείχαλκος
of a warm, muted golden-brown color with a slightly aged or patinated appearance, reminiscent of vintage brass hardware or fixtures
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most antique brass
συγκριτικός βαθμός
more antique brass
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The decorative accents on the fireplace were painted in an antique brass shade.
Τα διακοσμητικά στοιχεία στο τζάκι ήταν βαμμένα σε απόχρωση παλιού ορείχαλκου.



























