cronut
Pronunciation
/kɹɑːnʌt/

Ορισμός και σημασία του "cronut"στα αγγλικά

01

ένα είδος γλυκού που παρασκευάζεται με τη τηγάνιση ζύμης που μοιάζει με κρουασάν, συνήθως σε σχήμα ντόνατ

a type of pastry made by deep-frying croissant-like dough, typically shaped like a doughnut
cronut definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cronuts
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store