Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rufous
01
καστανέρυθρος, σκουριασμένος
having a reddish-brown color, resembling the color of rust or the reddish-brown fur of some animals
Παραδείγματα
The hiking trail was surrounded by trees with trunks displaying a rufous bark.
Το μονοπάτι πεζοπορίας ήταν περιτριγυρισμένο από δέντρα με κορμούς που έδειχναν κοκκινωπή φλοιό.



























