Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
golden brown
01
χρυσό καφέ, καφέ χρυσό
having a warm and rich shade of brown with a yellow or gold undertone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most golden brown
συγκριτικός βαθμός
more golden brown
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The freshly baked bread had a delicious golden brown crust.
Το φρεσκοψημένο ψωμί είχε μια νόστιμη χρυσόκoκκινη κρούστα.



























