bootlegger
boot
ˈbu:t
μπουτ
le
lɛ
λε
gger
gə
γκα

Ορισμός και σημασία του "bootlegger"στα αγγλικά

01

λαθρέμπορος αλκοόλ, παράνομος παραγωγός αλκοόλ

a person who makes, sells, or transports illegal alcohol 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bootleggers
Παραδείγματα
The bootlegger was caught by the police. 

Ο λαθρέμπορος αλκοόλ συνελήφθη από την αστυνομία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

bootlegger
bootleg
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store