keppel
ke
ke
ppel
ˈpɛl
pel
sepaltepal

Ορισμός και σημασία του "Keppel"στα αγγλικά

01

Keppel (ανοιχτό γαλαζοπράσινο χρώμα), χρώματος Keppel (ανοιχτό γαλαζοπράσινο)

of a pale bluish-green color 
Keppel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
κύριο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most Keppel
συγκριτικός βαθμός
more Keppel
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
color, perception, textiles
Παραδείγματα
Her mother gave her a Kepple scarf that reminded her of the tropical waters. 

Η μητέρα της της έδωσε ένα Keppel κασκόλ που της θύμιζε τα τροπικά νερά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store