bootie
boo
ˈbu
μπου
tie
ti
τι
/bˈuːti/

Ορισμός και σημασία του "bootie"στα αγγλικά

01

παντόφλα, μαλακό παπούτσι για μωρά

a slipper that is soft and wool (for babies)
bootie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
booties
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store