gray vote
gray
greɪ
grei
vote
vəʊt
vewt
grey vote

Ορισμός και σημασία του "gray vote"στα αγγλικά

01

γκρι ψήφος, εκλογική δύναμη των ηλικιωμένων

voting power held by older adults or senior citizens in elections 
Dialectamerican flagAmerican
gray vote definition and meaning
ιδιωματισμός
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gray votes
Παραδείγματα
Politicians often cater their campaigns to the gray vote, knowing seniors turn out in large numbers. 

Η γκρι ψήφος έχει σημαντική επιρροή σε αυτές τις εκλογές λόγω της υψηλής προσέλευσης των ψηφοφόρων μεταξύ των ηλικιωμένων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store