lycra
lyc
ˈlaɪk
laik
ra
lycia

Ορισμός και σημασία του "lycra"στα αγγλικά

01

λύκρα, ελαστάνη

a type of fabric that is stretchy and used to make tight fitting clothes such as athletic wear 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lycras
Παραδείγματα
The new yoga pants are made of lycra, giving them a snug and comfortable fit perfect for stretching exercises. 

Τα νέα παντελόνια γιόγκα είναι κατασκευασμένα από lycra, προσφέροντας μια σφιχτή και άνετη εφαρμογή ιδανική για ασκήσεις τέντωματος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store