jobseeker
Pronunciation
/dʒɑːbsiːkɚ/

Ορισμός και σημασία του "jobseeker"στα αγγλικά

01

αναζητών εργασίας, άνεργος που ψάχνει για δουλειά

an unemployed person who is searching for a job
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jobseekers
Παραδείγματα
The government launched a new program to support jobseekers with training and placement services.
Η κυβέρνηση ξεκίνησε ένα νέο πρόγραμμα για την υποστήριξη των αναζητούντων εργασία με υπηρεσίες κατάρτισης και τοποθέτησης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store