jobseeker
job
ˈʤɒb
job
see
ˌsi:
si
ker

Ορισμός και σημασία του "jobseeker"στα αγγλικά

01

αναζητών εργασίας, άνεργος που ψάχνει για δουλειά

an unemployed person who is searching for a job 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
jobseekers
Παραδείγματα
The company organized a workshop to help jobseekers improve their interview skills. 

Η εταιρεία οργάνωσε ένα εργαστήριο για να βοηθήσει τους αναζητούντες εργασία να βελτιώσουν τις δεξιότητες συνέντευξής τους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store