gelling agent
ge
ˈʤɛ
je
lling
lɪng
ling
a
ei
gent
ʤənt
jēnt

Ορισμός και σημασία του "gelling agent"στα αγγλικά

01

πηκτικό μέσο, ζελατίνη

an ingredient used to create gels, such as agar agar, pectin, or gelatin 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gelling agents
Παραδείγματα
I found out that the fruit compote used a gelling agent to bind the fruits together. 

Ανακάλυψα ότι η κομπόστα χρησιμοποιούσε ένα πηκτικό παράγοντα για να δέσει τα φρούτα μαζί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store