Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Multi-tool
01
πολυεργαλείο, multi-εργαλείο
*** a hand tool that combines several individual functions in a single unit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
multi-tools



























