Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lifeguard station
01
σταθμός διασώστη, πύργος παρακολούθησης
*** used at recreational beaches or public swimming pools to watch and swimmers in order to prevent drownings and other dangers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lifeguard stations



























