Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stock clerk
01
υπάλληλος αποθήκης, προετοιμαστής παραγγελιών
*** assist in the final stage of the retail supply chain with the delivery, packing, and movement of items and goods
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stock clerks



























