Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Oral irrigator
01
στοματικό ποτιστήριο, στοματικός αρδευτήρας
a device that uses water to clean between teeth and along gumline for improved oral hygiene
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
oral irrigators
LanGeek



























