Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Makeup artist
01
μακιγιέζ, καλλιστής
someone who applies cosmetics to enhance or change the appearance of individuals, often working in areas like fashion, entertainment, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
makeup artists



























