hooded
Pronunciation
/ˈhʊdɪd/

Ορισμός και σημασία του "hooded"στα αγγλικά

01

με κουκούλα, με βαρύ βλέφαρο

(of eyes) having a drooping or heavy upper eyelid that partially covers the eyelashes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most hooded
συγκριτικός βαθμός
more hooded
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store