Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Baby fat
01
παιδικό λίπος, παιδική παχύσαρκος
the plumpness or chubbiness of a child's body, usually in the form of excess body fat that is commonly seen in infants and young children.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
λιπώδες μωρού, υπερβολή μετά τον τοκετό
the residual fat that a woman may have on her body after giving birth



























