Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fast fashion
01
γρήγορη μόδα, προσωρινή μόδα
trendy clothing produced quickly and intended for short-term use
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek



























