Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Daypack
01
ημερήσιο σακίδιο, μικρό σακίδιο
a small backpack for day trips, outdoor activities, or everyday use, with multiple compartments and comfortable shoulder straps
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
daypacks
Λεξικό Δέντρο
daypack
day
pack



























