Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Kitchen timer
01
χρονόμετρο κουζίνας, κουζινοχρονόμετρο
* a device used to measure the time that something takes, used when doing something such as cooking
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
kitchen timers
LanGeek



























