Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Kitchen timer
01
χρονόμετρο κουζίνας, κουζινοχρονόμετρο
*** a device used to measure the time that something takes, used when doing something such as cooking
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
kitchen timers



























