Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to burn a hole in one's pocket
01
τα λεφτά του καίνε την τσέπη, δεν κρατιέται να ξοδέψει
to have a strong desire to spend money quickly or impulsively, often resulting in reckless spending habits
ιδιωματισμός
Παραδείγματα
His bonus was burning a hole in his pocket, so he bought a new phone.
Το μπόνους του έκαιγε την τσέπη, οπότε αγόρασε καινούριο κινητό.



























