Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Boogeyman
01
μπαμπούλας, καλικάντζαρος
a mythical creature in many cultures, often portrayed as a malevolent figure used to frighten children
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
boogeymen
αρσενικό ενικό
boogeyman
θηλυκό ενικό
boogeywoman
neutral form
boogey
LanGeek



























