Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bonnet
01
καπέλο
a hat with strings tied under the chin, worn by women or children, especially in the past
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bonnets
02
καπό
protective covering consisting of a metal part that covers the engine
Dialect
British
to bonnet
01
φορώ καπότα
dress in a bonnet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bonnet
γ΄ ενικό πρόσωπο
bonnets
ενεστώτα μετοχή
bonneting
απλός αόριστος
bonneted
παθητική μετοχή
bonneted



























