to bonk
bonk
bɒnk
bonk
honkwonkconkwank

Ορισμός και σημασία του "bonk"στα αγγλικά

to bonk
01

χτυπώ δυνατά, χτυπώ

hit hard 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bonk
γ΄ ενικό πρόσωπο
bonks
ενεστώτα μετοχή
bonking
απλός αόριστος
bonked
παθητική μετοχή
bonked
02

γαμώ, πηδώ

to have sexual intercourse 
αργκό
Παραδείγματα
They snuck off to bonk before anyone noticed. 

Κρυφήκαν για να κάνουν σεξ πριν το παρατηρήσει κανείς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store