Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bonk
01
χτυπώ δυνατά, χτυπώ
hit hard
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bonk
γ΄ ενικό πρόσωπο
bonks
ενεστώτα μετοχή
bonking
απλός αόριστος
bonked
παθητική μετοχή
bonked
02
γαμώ, πηδώ
to have sexual intercourse
Slang
Παραδείγματα
He wanted to bonk and she shut him down.
Ήθελε να κάνει σεξ και αυτή τον απέρριψε.



























