bonk
bonk
bɑnk
baank
/bˈɒŋk/

Ορισμός και σημασία του "bonk"στα αγγλικά

to bonk
01

χτυπώ δυνατά, χτυπώ

hit hard
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bonk
γ΄ ενικό πρόσωπο
bonks
ενεστώτα μετοχή
bonking
απλός αόριστος
bonked
παθητική μετοχή
bonked
02

γαμώ, πηδώ

to have sexual intercourse
Slang
Παραδείγματα
He wanted to bonk and she shut him down.
Ήθελε να κάνει σεξ και αυτή τον απέρριψε.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store