bonfire
bon
ˈbɑn
baan
fire
ˌfaɪɜr
faiēr
/bˈɒnfa‍ɪ‍ə/

Ορισμός και σημασία του "bonfire"στα αγγλικά

01

φωτιά, πυρά

a large fire built outdoors for celebration or signaling
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bonfires
Παραδείγματα
The bonfire was used to mark the end of the harvest season.
Η πυρά χρησιμοποιούνταν για να σηματοδοτήσει το τέλος της εποχής της συγκομιδής.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store