boney
bo
ˈboʊ
μπου
ney
ni
νι
/bˈə‍ʊni/

Ορισμός και σημασία του "boney"στα αγγλικά

01

οστώδης, εμφανή οστά

having bones especially many or prominent bones
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
boniest
συγκριτικός βαθμός
bonier
διαβαθμίσιμο
02

κοκαλιάρης, αδύνατος

extremely thin or lacking flesh
Παραδείγματα
Despite being boney, he was surprisingly strong and agile.
Παρόλο που ήταν αδύνατος, ήταν εκπληκτικά δυνατός και ευκίνητος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store