Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Boneshaker
01
κοκαλοκούδουνο, ποδήλατο με σιδερένιους τροχούς
an early type of bicycle with a rigid frame and iron or wooden wheels
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
boneshakers
Παραδείγματα
The invention of the pneumatic tire made boneshakers obsolete.
Η εφεύρεση του πνευματικού ελαστικού έκανε τα boneshaker παρωχημένα.
Λεξικό Δέντρο
boneshaker
bone
shaker



























