no-no
no
nəʊ
new
no
nəʊ
new
chronologronoonomadrono

Ορισμός και σημασία του "no-no"στα αγγλικά

01

απαγόρευση, ταμπού

*a thing that is not possible or acceptable 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
no-nos

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store